Οργάνωση

Albanian Bulgarian English French German Italian Japanese Russian Spanish Ukrainian
Τελευταία Ενημέρωση
22-03-2017 17:35

   

    ▼ Το Σχολείο:  timoni

imageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimage
previous next

Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Designed by:
kou_vas kou_vas under danemm ordering

Αφιέρωμα στην Κύπρο Εκτύπωση
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ - ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Συντάχθηκε απο τον/την Ιωάννα Ρωμανού   
Παρασκευή, 03 Απρίλιος 2015 18:52

Αφιέρωμα στην Κύπρο

(Video της εκδήλωσης        Παρουσίαση

kypros




Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο

κάνω τον πόνο σου να πω και προσκυνώ και μένω.

 

Εσύ της θάλασσας ρυθμός, ολάνθιστο κλωνάρι,
πώς σου μαδήσαν τ’ άνθια σου διπλοί, τριπλοί βαρβάροι.

Τι θλιβερά που σεργιανάν τριγύρω σου τα ψάρια
κι αντίχριστοι να παίζουνε την τύχη σου στα ζάρια.

Κουράγιο μικροκόρη μας που μας εγίνης μάνα

ύμνος και θρήνος της ζωής κι ανάστασης  καμπάνα.





Έτσι τραγούδησε ο μεγάλος μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος την Κύπρο. Η Κύπρος βρίσκεται στις εσχατιές της   Μεσογείου και αυτή η γεωγραφική της θέση προσδιόρισε την ιστορική της μοίρα. Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, στάθηκε το πέρασμα των φιλαπόδημων, των εμπόρων και των κατακτητών. Φοίνικες, Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Ρωμαίοι, Άραβες, Ενετοί. Για αιώνες, άλλαζε τον ένα μετά τον άλλο τους κυρίαρχους.


Τραγούδι

Γη της λεμονιάς, της ελιάς
γη της αγκαλιάς, της χαράς
γη του πεύκου, του κυπαρισσιού
των παλικαριών και της αγάπης


Χρυσοπράσινο φύλλο
ριγμένο στο πέλαγο

Γη του ξεραμένου λιβαδιού
γη της πικραμένης Παναγιάς
γη του λίβα, τ’ άδικου χαμού
τ’ άγριου καιρού, των ηφαιστείων

Χρυσοπράσινο φύλλο
ριγμένο στο πέλαγο

Γη των κοριτσιών που γελούν
γη των αγοριών που μεθούν
γη του μύρου, του χαιρετισμού
Κύπρος της αγάπης και του ονείρου

Χρυσοπράσινο φύλλο
ριγμένο στο πέλαγο


Στις 8 Σεπτεμβρίου 1570 η Κύπρος έπεσε στα χέρια των Τούρκων  και περνά 307 χρόνια τουρκοκρατίας αποκαμωμένη από σκλαβιά αιώνων αλλά όχι γυμνή από φρόνημα που παρακολουθούσε την κίνηση των πεπρωμένων του Γένους. Το 1878 με μυστική αγγλοτουρκική συνθήκη αμυντικής συμμαχίας, η Τουρκία την παραχώρησε στην Αγγλία έναντι μισθώματος 92. 600 λιρών  τη χρονιά, με αντάλλαγμα την προστασία της από τη ρωσική επιβολή. Οι Άγγλοι, λαός εμπόρων και ναυτίλων, είχαν σκοπό να ιδρύσουν  μια τεράστια επικράτεια με στόχο την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών των ξένων εθνών και τη διασφάλιση μιας εξουσίας που θα έκανε ευκολότερη την οικονομική διείσδυση.


Χώμα της Κύπρου  Έλλης Παιονίδου

Σε σκαλίσαμε κόκκο-κόκκο

αναζητώντας τον εαυτό μας

Μας μπέρδεψαν τείχη βενετσιάνικα

γραφές αραβικές

και τάφοι ανώνυμοι.

Τέλος απελπιστήκαμε.

Καλύψαμε με μια πρόχειρη δικαιολογία

τη θυσία της Ιφιγένειας

και του Ισαάκ

και σε μετατρέψαμε

σε είδος αγοραπωλησίας.     


Ο λαός της Κύπρου, αποκαμωμένος από την οθωμανική καταδυνάστευση είδε στο πρόσωπο των Άγγλων τη λευτεριά. Ο πόθος του να σμίξει με την άλλη Ελλάδα, τη γη των Αρκάδων, μεγάλωσε, θέριεψε. Η Αγγλία όμως προχώρησε όπως πάντα μεθοδικά, ώστε να μεταβάλει σε σύντομο χρονικό διάστημα το νησί σε αναπόσπαστο τμήμα της αυτοκρατορίας. Από δω και πέρα το θέμα της Κύπρου δεν βρίσκεται στα χέρια των Άγγλων και των Κυπρίων, μα των Άγγλων και των Τούρκων, γιατί οι πρώτοι,  αποδείχτηκαν εντολοδόχοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Κύπριοι, βέβαια, σε κάθε περίπτωση  διαδήλωναν την αντίθεσή τους στην πολιτική αυτή και την απόφαση να ενωθούν με την Ελλάδα. Ο βουλευτής Χριστόδουλος Σώζος που ήρθε στα 1912 εθελοντής και σκοτώθηκε στην Ήπειρο, υπήρξε ένα έξοχο σύμβολο.


Η προσμονή Κλαίρης Αγγελίδου

Κι αυτά τα λαγήνια

τα κρύψαμε κάτω απ’ τα φύλλα της καρδιάς

γεμάτα ελπίδες και όνειρα.

Και το χώμα κρατούμε ζεστό

μέσα στα χέρια μας

γεμάτο με βλαστούς ανεμώνων και κρίνων.

Μονάχα νερό και λίγο ήλιο περιμένουμε

για την καινούργια ανθοβολιά


Η Αγγλία φανέρωσε πλήρως τις προθέσεις της κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με την ακύρωση της συνθήκης του 1878 και την  ανακήρυξη της Κύπρου ως «αποικίας του στέμματος». Άρχισε τότε ένας πολύμορφος αγώνας με υπομνήματα, συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια, με αποκορύφωμα το κάψιμο του Κυβερνείου το 1931. Ο πρωτεργάτης της κίνησης, μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος εξορίστηκε και πέθανε στην Παλαιστίνη. Ακολούθησαν δύσκολα χρόνια με την επιβολή μιας στυγνής δικτατορίας, που έμεινε γνωστή ως Παλμεροκρατία  από το όνομα του τότε Κυβερνήτη της Κύπρου, Πάλμερ. Η προσπάθεια των Άγγλων επικεντρώθηκε στον αφελληνισμό του νησιού μέσω της παιδείας.

Το Γενάρη του 1950,  ο Μακάριος ο Β΄ οργάνωσε δημοψήφισμα για να εκφράσει ο λαός τη βούλησή του και το 96% του ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου ψήφισε την ένωση με την Ελλάδα, ενώ οι Άγγλοι απάντησαν πως ουδέποτε θα την άφηναν ελεύθερη και εξακολουθούσαν να ανθίστανται στο αίτημα για ένωση.. Η άρνηση της Αγγλίας να αποδεχθεί το αποτέλεσμα οδήγησε στην απόφαση για ένοπλο αγώνα που κηρύχτηκε την 1η Απριλίου του 1955 με αρχηγούς το Διγενή και το Μακάριο. Κυκλοφόρησε η πρώτη προκήρυξη του Διγενή, στην οποία καλούσε το λαό να φανεί αντάξιος των προγόνων του και να αποδείξει ότι τη λευτεριά του μπορεί να τη διεκδικήσει με το αίμα του. Σε όλες τις πόλεις και τα χωριά του νησιού σχηματίστηκαν   μυστικές ένοπλες  ομάδες που είχαν βασική ευθύνη να δίνουν μάχες εναντίον των Άγγλων. Αντάρτικες ομάδες σχηματίστηκαν στα βουνά του Τροόδους και του Πενταδακτύλου που σήκωσαν το βάρος της αντίστασης. Για να κάμψουν την αντίσταση και να καταστείλουν τον ξεσηκωμό, οι Άγγλοι έθεσαν εκτός νόμου κόμματα και άλλες οργανώσεις του τόπου, άρχισαν μαζικές εκτελέσεις και επέβαλλαν συλλογικά πρόστιμα σε κοινότητες για τη δράση των αγωνιστών, ενώ χιλιάδες άνθρωποι κλείστηκαν στα κρατητήρια. Όλος ο λαός όμως δραστηριοποιήθηκε με διαδηλώσεις, ποικίλες εκδηλώσεις και παθητική αντίσταση. Στην πρωτοπορία πάντα η μαθητιώσα νεολαία με πορείες και διαδηλώσεις κάτω από το βλέμμα των Άγγλων κατακτητών, αλλά και συμμετοχή σ’ ένα δίκτυο μεταφοράς μηνυμάτων και όπλων στις αντάρτικες ομάδες.


Το γράμμα και η οδός Γιάννη Παπαδόπουλου

Όταν πια είδαμε κι αποείδαμε

με τα τηλεγραφήματα και τες πρεσβείες,

κλείσαμε τη μικρή μας ζωή σ’ ένα φάκελο

μικρό που να χωράει στη φούχτα μιας μαθητριούλας,

στον προβολέα ενός ποδηλάτου, στη ράχη ενός βιβλίου

και γράψαμε με κόκκινο μελάνι τη διεύθυνση:

Αξιότιμον Ελληνικόν Κυπριακόν λαόν,

Οδόν Ελευθερίας ή θανάτου,

χωριά και πόλεις, Κύπρον.

Το στείλαμε χωρίς το γραμματόσημο με την ξένη βασίλισσα.

Ταξίδεψε με χίλιους δικούς μας συνδέσμους,

κρυμμένο σε γαλάζιες ποδιές και κόρφους παρθένων

ή το πέρασαν από μπλόκα γαϊδουράκια αθώα

που κουβαλούσαν χειροβομβίδες κι άλλους καρπούς της γης μας.

Αυτό το γράμμα που ταχυδρομήσαμε

δεν ανήκει πια σ’ εμάς

ό,τι και να ’χει γίνει,

ό,τι και να κερδίσαμε.

Ανήκει στον παραλήπτη λαό μαζί με τη ζωή που κλείσαμε μέσα

που ακόμα δεν τη χαρίσαμε ολόκληρη, μονομιάς ή λίγη-λίγη.

Ανήκει στους αγράμματους χωριάτες κι εργάτες μας

που το άνοιξαν, που το ’βρεξαν με τα δάκρυά τους κι είπαν:

Ελάτε μέσα παιδιά, να μοιραστούμε το ψωμί μας κι ό,τι βρεθεί.

Εμείς θα κοιμηθούμε χάμω, ησυχάστε λίγο εσείς.

Κρυφτείτε να μη σας σκοτώσουν, να μη σας βασανίσουν.

Δώστε μας τα όπλα σας να τα κρύψουμε· ξέρουμε τι λέει ο νόμος.

Θέλουμε και μεις να πάμε μαζί σας

για την οδόν Ελευθερίας ή θανάτου.


Οι Άγγλοι αντέδρασαν με αγριότητα, με συλλήψεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια. Ένας μαθητής που βρέθηκε τότε στη φυλακή επειδή πήρε μέρος σε μια μαχητική διαδήλωση, θέλησε να εξεταστεί σε δύο μαθήματα που δεν πρόλαβε να δώσει∙ στα Νέα Ελληνικά και την Ιστορία. Ο δάσκαλος ήλθε στη φυλακή  κι εξέταζε το μαθητή του που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο δεσμοφύλακες- έναν Άγγλο κι έναν Τούρκο. Τον ρώτησε:- Ποιος είναι ο ποιητής που πιο πολύ σου αρέσει; Κι αποκρίθηκε:-Ο Σολωμός. –Τι έγραψε ο Σολωμός; -Τον « Ύμνον εις την Ελευθερίαν» .-Μήπως θυμάσαι καμιά στροφή; -Μάλιστα. Κι ο νέος άρχισε να απαγγέλει μέσα στη φυλακή, με αποφασιστική φωνή         «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη... Δεν πρόφτασε να τελειώσει το τετράστιχο. Ο Τούρκος του πέρασε τις χειροπέδες κι ο Άγγλος τον έσπρωξε μέσα. Ο δάσκαλος διώχτηκε. Προφορική εξέταση στην Ιστορία δεν έγινε. Τι να την κάμει άλλωστε; Αφού την Ιστορία την γράφει ο ίδιος, έχει γίνει πια Ιστορία ο ίδιος.

Εκεί, μέσα στις Κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, στην οδό Ονασαγόρου, στο φημισμένο μίλι του θανάτου, απαγχονίστηκαν από το Μάη του 1956 ως το Μάρτη του 1957 εννιά παλικάρια και τάφηκαν άλλα τέσσερα που έπεσαν μαχόμενα σε διάφορα σημεία του νησιού. Στο εσωτερικό τους σ’ έναν ξέσκεπο χώρο αναπαύονται οι νεομάρτυρές της. Δεκατρία μνήματα όπου μαραίνονται δέσμες λουλούδια. Ο λαός τα ονομάζει «Φυλακισμένα μνήματα» και πηγαίνει εκεί να στεφανώσει με το στεφάνι του σιγηλού του θρήνου την αέναη παρουσία των ηρώων του.  Ανάμεσά τους κι ένας δεκαοκτάχρονος μαθητής από την Πάφο, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, του οποίου ο θάνατος συγκλόνισε και την ελλαδική νεολαία. Στο άκουσμα του θανάτου του, ο Δωδεκανήσιος φιλόλογος Φώτης Βαρέλης έγραψε ένα εξαίσιο ποίημα, το οποίο ο ραδιοσταθμός της Λευκωσίας το μετέδωσε τότε ως δημοτικό κυπριακό τραγούδι.


Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος,
οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα. -
Παρόντες όλοι; -
Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει. -
Παρόντες, λέει ο δάσκαλος∙ και με φωνή που τρέμει: -
Σήκω Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη. -
Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,
στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,
συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο..

 

Μαζί του αναπαύονται, ο Μιχαήλ Καραολής, ο Ανδρέας Δημητρίου, ο Ανδρέας Ζάκος, ο Ιάκωβος Πατάτσος, ο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας, ο Στέλιος Μαυρομάτης, ο Ανδρέας Παναγίδης  ο Στυλιανός Λένας, ο Κυριάκος Μάτσης, ο Μάρκος Δράκος κι ο Γρηγόρης Αυξεντίου.

 Είναι αυτό το τελευταίο παλικάρι, ο λεβέντης που το χειμώνα του 1957 παγιδεύτηκε  με άλλους άντρες μετά από κατάδοση, σε μια σπηλιά, κοντά στη Μονή Μαχαιρά και αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων, ώσπου οι Άγγλοι έριξαν βόμβες πετρελαίου και τον έκαψαν ζωντανό στις 3 του Μάρτη. Το πτώμα του βρέθηκε απανθρακωμένο και τάφηκε στη Λευκωσία, μαζί με τ’άλλα απαγχονισμένα παλικάρια, στα «Φυλακισμένα Μνήματα».

Ο Γιάννης Ρίτσος, με την ευαίσθητη ποιητική του φωνή, όταν πληροφορήθηκε το μαρτυρικό θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου, έγραψε σε μια μέρα και αφιέρωσε στο παλικάρι αυτό τη σύνθεση «Αποχαιρετισμός», που   αφιερώνε­ται στον Ήρωα και Άγιο Γρηγόρη  Αυξεντίου. Το ποίημα είναι ένας εσωτερικός μονόλογος του παλικαριού στην κρύπτη του λίγο πριν τον θάνατο του.  


Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,
τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της
μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,
μέσα σ’ αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του
είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :
από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.
Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.
Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια -
Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας
Μια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μου
μες απ’ το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγόμενη
τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύχτες των σκλάβων,
φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ να επαναλάβω :

» Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
 «Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α»
και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο – μην το ξεχάστε, σύντροφοι -
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσης.

 

  Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κυριότερo
-που μόλις τώρα τόμαθα-
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :
ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,
ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που
το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο

Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;-
Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου.
Δε θα σε ιδεί ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: «Είμαι πέρφανη για το γιο μου, – κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου».
Έτσι. Γεια σου, μάνα.

Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ’ το σταυρό της πατρίδας που χα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.
Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.
Εσείς, κ’ η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ’ απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,
Γιατί ήμουνα φίλος καλός
κ’ ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.

(Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ’ το δυνατό σαγόνι της κ’ είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : » Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου «. Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου.)

 

Η Κυπριώτισσα Μάνα Άντη Περνάρη

Μήνα πααίνει σε χορό, μήνα πα’σε τζιμπούσι

η μάνα με τ’ορθό κορμί, το σηκωτό τζεμπέρι;

μη ’ν τα μαύρα που φορά είναι γιατί της πάνε;

Μηδέ πααίνει σε χορό, μηδέ πά’σε τζιμπούσι

κι αυτά τα μαύρα τα φορά, γιατί είν’χαροκαμένη.

Είχε δυο γιους λεβεντογιούς, δυο στύλους του σπιτιού της.

Τον ένα έφαε τσεκουριά, τον άλλονε το βόλι

 και πάει ταχιά στην εκκλησιά να τους ξεπροβοδήσει

κανίσκι για το Χάροντα, που τρώει δε χορταίνει.

Κλαίνε οι γυναίκες απ’τη μια κι οι άνδρες απ’την άλλη

και μόνο η μάνα η καψερή δεν κλαίει, μηδέ δακρύζει,

παρά σηκώνει τη φωνή γεμάτη περηφάνεια·

«Χαλάλι σου, Πατρίδα μου, ας είναι τα παιδιά μου

 κι όχι μονάχα που ’ναι δυο, μα ας ήταν και σαράντα.

Ντροπή να κλαίτε αθάνατους, ντροπή και να λυπάστε.

Θέλει η πατρίδα λεβεντιά, κι η Λευτεριά σφακτάρια

και μην ιδούν τα μάτια σας οι ξένοι δακρυσμένα

και πουν πως χαραμίζουμε μια τόση δα θυσία».

Όλα τα μάτια λάμψανε, τα πρόσωπα γελάσαν

και με χαρές αλάλητες τους νιους ξεπροβοδίσαν

κι ο βουρκωμένος ουρανός εγέλασε κι εκείνος.

                                             

Η Κύπρος ανακηρύχθηκε τελικά σε  ανεξάρτητη  Δημοκρατία με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου στις 16 Αυγούστου 1960 και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εκλέχτηκε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ΄. Σύμφωνα με το Σύνταγμα προσφέρθηκε στην τουρκοκυπριακή Κοινότητα πολιτισμική και θρησκευτική αυτονομία καθώς και προνομιακή μεταχείριση στο σύστημα διακυβέρνησης. Έτσι τελείωσε ο αγώνας της ΕΟΚΑ, δεν τέλειωσαν όμως τα προβλήματα. Ήδη από το1964 ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Φεριτούν Κεμάλ Ερκίν είχε δηλώσει:«Η Κύπρος θα διαιρεθεί σε δύο τμήματα, ένα από τα οποία θα ενωθεί με την Τουρκία». Παρά τις προσπάθειες αποσόβησης, στις 20 Ιουλίου του 1974, οι Τούρκοι, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, που οργάνωσε η στρατιωτική χούντα των Αθηνών ενάντια στην Κυπριακή Κυβέρνηση,40.000 Τούρκοι με την υποστήριξη ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων αποβιβάστηκαν στο νησί και κατέλαβαν τις πόλεις Κερύνεια, Μόρφου και Αμμόχωστο. 200.000 Ελληνοκύπριοι πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, 1619 παρέμειναν αγνοούμενοι, ο τόπος ερημώθηκε, πολιτιστικοί θησαυροί λεηλατήθηκαν, εκκλησιές και μοναστήρια καταστράφηκαν.


Κύπρος Νικηφόρου Βρεττάκου

Ταξινομώντας τις φωνές που πέρασαν στην καρδιά μου
λίγο-πολύ σαν αστραπές που έσταζαν αίμα
μέσα της, εξεχώρισα τις δικές σου.

Φωνές
γυναικών, νηπίων, γερόντων. Κι ακόμη:
δυο χιλιάδες φωνές που ερχόντουσαν από κάτω
μακριά, κάποιο χώρο ακαθόριστο, φωνές
χορωδίας που ανεβαίνουν σαν μες από ένα
μαύρο πηγάδι. Κι ακόμη, φωνές
αγαλμάτων πανάρχαιων και φωνές
τερρακόττες. Και φωνές από κάμποσες
χιλιάδες Μαρίες που εγκατέλειψαν τα εικονίσματα
και γυρίζουν στους δρόμους να μαζέψουν
τα βρέφη τους, να τα βάλουν σε αντίσκηνα.

Φωνές και φωνές και φωνές που ο μέγας
πόνος τους ταπεινώνει τους ποιητές, γιατί κάτω
απ’το βάρος τους λυγίζουν οι λέξεις,
θρυμματίζονται οι στίχοι, και τέλος
το ποίημα «Κύπρος» δεν γράφεται.

Ταξινομώντας τις φωνές, ταξινομώ τα χρέη
που θ’ αφήσω εκκρεμή: τ’ άγραφά μου ποιήματα.


Με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους του Ντεκτάς στο βόρειο τμήμα, την τακτική του εποικισμού, που ακολουθήθηκε εξαρχής, την υποβολή του σχεδίου Ανάν για τη διχοτόμηση του νησιού, την απόρριψή του από τον αξέχαστο πρόεδρο Τάσο Παπαδόπουλο,  το κυπριακό παραμένει ένα φλέγον θέμα για τη διεθνή κοινότητα που αναζητά λύση,  μια ανοιχτή πληγή στο κορμό του κόσμου. Ο ΟΗΕ δυστυχώς έχει σπείρει την αμφιβολία στις ψυχές των λαών καθώς ταλαντεύεται ανάμεσα στην επιταγή του δικαίου και στην ψυχρή στάθμιση της σκοπιμότητας, και φαίνεται να κλείνει στη δεύτερη.

Το αίτημα για λύση του δεν έχει απλώς ηθική βάση. Ταυτίζεται απόλυτα μ’ ένα ηθικό αίτημα, που είναι γενικά και αναμφισβήτητα αναγνωρισμένο. Το αίτημα της ελευθερίας, που πηγάζει από την αυτοδιάθεση των λαών. Γι’ αυτό και η απόφαση θα έπρεπε να είναι εύκολη, να ναι σαν τις αποφάσεις εκείνες που οι δικαστές καμιά φορά δεν τις κατασκευάζουν, δεν τις συνθέτουν, αλλ’ απλώς τις γράφουν, σα ν’ ακούν να τις υπαγορεύει μια μυστική φωνή, αλλά καθαρή φωνή, που ακούγεται πάντα στην κατάλληλή ώρα της: η φωνή του δικαίου, από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.


Εσύ δεν λες τίποτα... Μιχάλης Πασιαρδής

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το νησί

που ήταν όνειρο χτες και θυμάρι κι αμίαντο

και σήμερα ποτάμι οδύνης

ποτάμι που δεν λέει να σιγήσει

κατρακυλώντας απ’ τους αιώνες όχι νερό

μα τις πέτρες μας, πέτρες αρχαίες που χτίσαν ναούς

και υψώσανε κάστρα και πολιτείες που χάραξαν

τ’ όνομά τους στο χρόνο

βαθιά, και για πάντα.

Εδώ, σ’ αυτό το νησί, υδρίες λαδιού με παραστάσεις του μόχθου

υδρίες κρασιού με παραστάσεις αγάπης

ο χαλκός στου ανθρώπου τη δούλεψη

ο χρυσός, η εικόνα, το κέντημα,

το ξύλο που ευωδιάζει το χέρι,

τάφοι προγόνων παλιών και χτεσινών πατεράδων.

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω για τα παιδιά

που σκύψανε άξαφνα με το χέρι στο στήθος

εκεί στις πλαγιές του βουνού Πενταδάχτυλος και φωνάζαν

τη μάνα τους ώσπου ξεψύχησαν.

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω για τα σπίτια, τα δέντρα

του κάμπου μας, τα πικρολέμονα του ίδρωτά μας

που τα διαγούμισαν

άλλοι

και πέρα τα πήγανε.

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το μαρτύριο

που δένει τη γη μας, τον τροχό

που στενάζει

η πατρίδα μας, την πληγή στο σώμα του Ιησού.


Αυτή είναι η περιπέτεια της Κύπρου στο διάβα των αιώνων κι έχει να στείλει ένα μήνυμα στους ισχυρούς της γης και ρυθμιστές της τύχης της∙ πως είναι άδειος και κούφιος ο πολιτισμός, αν δεν έχει τη δύναμη να αναγνωρίσει το ηθικό μεγαλείο του αδυνάστευτου ανθρώπου και να του αποδώσει το δίκιο του, χωρίς εκείνος να χρειαστεί να το πάρει ανεβαίνοντας στην αγχόνη...


Τραγούδι

 Καρτερούμεν μέραν νύχταν
να φυσήσει ένας αέρας
στουν τον τόπον πο `ν καμένος
τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν
το φως τζιήνης της μέρας
πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν
τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν


Το video της εκδήλωσης


Αφιέρωμα στην Κύπρο (η παρουσίαση)

 

 

scroll back to top
Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 03 Απρίλιος 2015 19:26
 
◄◄ Επιστροφή


Writing