Οργάνωση

Albanian Bulgarian English French German Italian Japanese Russian Spanish Ukrainian
Τελευταία Ενημέρωση
19-06-2018 04:53

   

    ▼ Το Σχολείο:  timoni

Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Designed by:
kou_vas kou_vas under danemm ordering

19 Μαΐου - Ημέρα Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας Αφιέρωμα στον Παντελή Αναστασιάδη (Παντέλ- Αγά) Εκτύπωση
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ - Άρθρα Εκπαιδευτικών
Συντάχθηκε απο τον/την Ιωάννα Ρωμανού   
Δευτέρα, 18 Μάιος 2015 06:29

                      19 Μαΐου - Ημέρα Μνήμης  της Ποντιακής Γενοκτονίας

                       Αφιέρωμα στον Παντελή Αναστασιάδη (Παντέλ- Αγά)

Ανάμεσα στα πρόσωπα  που διακρίθηκαν στον αγώνα του Ποντιακού Ελληνισμού κατά τη ζοφερή περίοδο των κεμαλικών  διώξεων συγκαταλέγεται και ο Παντελής Αναστασιάδης, ήρωας του    Ποντιακού Έπους, γνωστός ως Παντέλ Αγάς.

Βλαστάρι της Ποντιακής  γης, της γης που έθρεψε τα παιδιά της με τους προγονικούς μύθους του Φρίξου και της Έλλης και των Αργοναυτών, με τις διδαχές των Αποστόλων Πέτρου και Ανδρέα, τις ιστορίες των Κομνηνών και της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, γεννήθηκε το 1896 στο χωριό Τσιμενλί Σαμψούντας  και μεγάλωσε σε μια παραδοσιακή ποντιακή οικογένεια με έξι αγόρια. Ήδη στα 1914, μαθητής της Ε΄ τάξης του Γυμνασίου Σαμψούντας, γεύτηκε τη σκληρότητα της εξουσίας των Νεοτούρκων, με την απώλεια δύο φίλων που τα πατήματα των αλόγων τους ενόχλησαν, και το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή να ανέβει αντάρτης στο βουνό για επτά χρόνια.

3

Παντρεύτηκε μικρός, στα 1915 την  αγαπημένη  του  Φωτεινή, κόρη του Δημήτρη Χαραλαμπίδη, αρχηγού του αντάρτικου στη Σαμψούντα και μετά από πολλές περιπέτειες, συναντήθηκαν στο Ποντολείβαδο  της Καβάλας στα 1923, όπου απέκτησαν τρία παιδιά και εγγόνια  και έμειναν ως το θάνατό τους, που ήρθε για τον Παντελή Αναστασιάδη στα 1969.

Εδώ, στα ευλογημένα χώματα της Μακεδονίας, ο Παντέλ Αγάς, όπως όλοι οι πρόσφυγες, ρίχτηκε με πάθος στη δουλειά, έσκαψε τη γη, την πότισε με τον ιδρώτα του μα δεν ξέχασε. Κουβάλησε μαζί του το θησαυρό των αναμνήσεων, τον οποίο και κατέγραψε με τη μορφή ημερολογιακών σημειώσεων σε ιδιωτικά συμφωνητικά καπναγοράς. Αυτά τα χειρόγραφα με ευλάβεια και επιμέλεια διαφύλαξαν οι οικείοι του  και παρέδωσαν στα κατάλληλα πρόσωπα  ώστε να βρουν το δρόμο του τυπογραφείου και να κάνουν γνωστό στον οικουμενικό Ελληνισμό τον Αγώνα των Ποντίων στα ταραγμένα χρόνια 1913-1922 μέχρι την Ανταλλαγή.

Διαβάζει κανείς τα χειρόγραφα που προτάσσονται στο βιβλίο και συγκινείται από τον αυθεντικό και καθαρό σαν ατόφιο χρυσάφι λόγο του, που μαρτυρεί έναν άνθρωπο ταπεινό μα με αγωνιστικό φρόνημα και πάλλουσα συνείδηση: «έχουσι γραφή πολλά βιβλία, ιστορικά μελέτες κ.τ.λ. περί του Ελληνισμού του Πόντου, της εσχατιάς αυτής των αρχαίων Ελληνικών αποικιών, και αργότερον ενός των ελληνικοτέρων τμημάτων της μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. .. Η παρούσα διήγησις δεν έχει αξιώσεις ιστορικής μελέτης, καθ’όσον τούτο εκφεύγει των δυνάμεων ημών. Εις την παρούσαν ιστορικήν αφήγησιν διερχόμεθα άπαντα σχεδόν τα ιστορικά γεγονότα από του 1913 μέχρι το 1922-23, τα διαδραματισθέντα εν τη περιοχή κυρίως της Σαμψούντος, Πάφρας, Έρπαα, Αμασείας… Είναι αυθεντική  καθόσον των περιγραφομένων συμβάντων δεν είμεθα ακροαταί ή απλοί θεαταί, αλλά ήρωες.

Ελπίζομεν ότι με τας ολίγας σελίδας  της παρούσης  αφηγήσεως προσθέτομεν τον οβολό μας εις το μέγα θέμα του Ελληνισμού του Πόντου, το οποίο θα έχει αρκούντως μελετηθή από τους ιστορικούς μας.

Θα ηθέλαμε αισθανθεί μεγάλην ηθικήν ικανοποίησιν, αν παρουσιασθούν άλλοι οίτινες ασχολούμενοι με το θέμα τούτο προσφέρουν κάτι το τελειότερον».

Όλος αυτός ο αγώνας λοιπόν  ζωντανεύει μπροστά μας καθώς  ξεφυλλίζουμε  τις σημειώσεις του Παντέλ Αγά και δεν μπορούμε παρά να εκτιμήσουμε μέσα από τις διηγήσεις του την φιλαλήθεια και την εντιμότητά του, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη που του έδειχναν οι ίδιοι οι Τούρκοι, όπως φαίνεται στις συναντήσεις του με αξιωματούχους που τον θεωρούσαν ασφαλή εγγυητή για την προστασία των αμάχων μουσουλμάνων, όταν η οργή και η έλλειψη των αναγκαίων οδηγούσε τους αντάρτες σε επιδρομές στα τουρκοχώρια. Αυτές τις αρετές του, δικαίως εκτιμούν Τούρκοι, Αρμένιοι και Κιρκάσιοι και είναι για όλους ο ουφάκ καρτάς, ο μικρός αδελφός. Γιατί, πραγματικά, ακόμα κι όταν αναφέρεται σε θηριωδίες και καταστροφές, σε πυρπολήσεις και μαζικές εξοντώσεις, πουθενά δε φαίνεται κάποια μνησικακία, απουσιάζει ολότελα η απλοϊκή γενίκευση που ισοπεδώνει τους πάντες και θυμίζει σε τούτο τους Μικρασιάτες λογοτέχνες μας, Ηλία Βενέζη και Στρατή Δούκα που είχαν και  την τραυματική εμπειρία των ταγμάτων εργασίας.

Τον διακρίνει ακόμη σύνεση, νηφαλιότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης. Και πολύ περισσότερο, αίσθηση συλλογικότητας  κι ένα κοινοτικό ήθος  μακριά από κάθε εγωκεντρισμό, από κάθε επιδίωξη προσωπικής ανάδειξης.   Όταν όλοι οι αντάρτες επιμένουν να δώσουν μάχη με τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν, του σφαγέα της Κερασούντας στο δάσος του Σαλτούχ, και πιο πολύ επιμένει ο Ιστύλ αγάς, ο Στυλιανός Κοσμίδης που κατηύθυνε το αντάρτικο στην περιοχή Σαμψούντας, Τσαρτσαμπά και Κοτζά Νταγ, βλέποντας το παράτολμο της επιχείρησης αντιτάσσεται, για να σώσει τα 4000 γυναικόπαιδα που τους ακολουθούν και παρότι δεν εισακούεται  μένει και πολεμά για να εξασφαλιστεί έτσι η σωτηρία τους. Αυτή βέβαια είναι και η ιδιοτυπία του ποντιακού αντάρτικου· καθώς τα χριστιανικά χωριά υπέφεραν από τις λεηλασίες και τις αγριότητες των τσετών, τα γυναικόπαιδα κι οι γέροντες ακολουθούσαν τους αντάρτες στο βουνό για να σωθούν από έναν ατιμωτικό θάνατο. Δεν είναι λίγα τα περιστατικά που καταγράφει και αναφέρονται σε πυρπολήσεις χωριών, σφαγές αμάχων ακόμη και δολοφονίες μικρών παιδιών, σαν το αγόρι των 6 χρόνων που βρήκαν δολοφονημένο στο φούρνο του ρημαγμένου σπιτιού του.

Ο Παντέλ Αγάς έδειξε επίσης φρόνηση και επιφυλακτικότητα απέναντι στις τουρκικές αρχές, που πολλές φορές με την υπόσχεση της αμνηστίας ζήτησαν από τους αντάρτες να συναντηθούν μαζί τους και να κατέβουν στις πόλεις και τα χωριά τους. Γεύτηκε όμως και την πίκρα από τις διαιρέσεις, τη διχόνοια και την προδοσία κάποιες φορές, που έφερε τον ίδιο και τα παλικάρια του στο χείλος του θανάτου. Πολέμησε με γενναιότητα και  αυταπάρνηση  σε πολλές μάχες που μνημονεύει στα γραπτά του, μα ξεχωρίζει η μάχη στο Αγιού Τεπέ το Νοέμβριο του 1914. Ας ακούσουμε όμως τη δική του φωνή: Στις 16 Νοεμβρίου 1914 άρχισαν οι κινήσεις του τουρκικού στρατού προς τα λημέρια μας. Επειδή δε το λημέρι μας δεν ήτο κατάλληλο για μάχη, τη νύκτα, 16 προς 17, τραβηχθήκαμεν προς την Αγιού Τεπέ. Κατά η ώρα σημερινή 5 προς 6 πρωινή, ευρέθημεν εξ αποστάσεως περικυκλωμένοι. Βλέποντας με τηλεσκόπιο, διακρίναμε να τοποθετούν κανόνια και μυδράλια και μέγα όγκο στρατού, υπολογίζοντας 8-10.000. Άρχισε αμέσως η επίθεσις και να βροντάν τα 4 κανόνια και τα 3 μυδράλια και με φωνές Αλλάχ –Αλλάχ. Στην ορμή αυτή αρχίσαμε άμυνα με μεγάλη οικονομία ταις σφαίρες. Διαταγή:-«μη ρίχνετε σφαίρες στον αέρα».

Η μάχη κατά το μεσημέρι έγινε μανιώδης. Ήμασταν οι οπλίται 47, γυναικόπαιδα άνω των 2500 και έπρεπε να πολεμήσωμεν με τόση δύναμη. Κανόνια, κακό, πανδαιμόνιο, να βουΐζουν τα αυτιά σου, να κουνιέται ο τόπος  και οι πέτρες από τον κρότο των τηλεβόλων. Τελικώς, κατά το βράδυ, με σπαρακτική και αιματηρά έφοδο, έφθασαν εις την μίαν πλευράν του υψώματος, όπου πολεμούσε ο Δημοσθένης, υιός του Αρχηγού Χαραλαμπίδη, όστις, αποκρούων την επίθεσιν δια χειροβομβίδας, ρίξας 2, εν συνεχεία μοιραία σφαίρα τον πήρε στο μέτωπο και έπεσε ηρωικώς άπνους.

Ειδοποιηθείς ο Αρχηγός, βλέποντας τον κίνδυνο, με διέταξε από κατάλληλο μέρος, πάση θυσία, να ανοίξωμε δίοδο δια τα γυναικόπαιδα, να εξέλθουν του κλοιού.

Και καθώς φυγαδεύουν τα γυναικόπαιδα, βρίσκεται ο Αρχηγός μπρος στο νεκρό γιο του, το Δημοσθένη, ξαπλωμένο με την πανοπλία του, χωρίς κρανίο. Δε γνώριζε μέχρι τότε το χαμό του. Σταμάτησε τότε στηριζόμενος επί του όπλου του δακρύων, άναψε τσιγάρο, κάνοντας δε το σταυρό του ανεφώνησε:

-΄Αραγε ποια τύχη περιμένεις και ημάς!

Αιωνία σου η μνήμη παλληκάρι μου!

Δεν μπορούσαμε να σταματήσωμε, επιπλέον, διότι σφυροκοπούσε ο τόπος.

Έμεινε άταφο το παλληκάρι, όπως και τόσα άλλα που θρήνησε η Ποντιακή Μούσα:

Με τον θάνατον μετρούνταν ’κι φογούνταν τον οχτρόν,

τον αέραν αραεύνε, λεύτερα για να φυσά.

Άκλαυτα κορμία επέμναν, ’σα ραχία τα ψηλά,

δίχως άνθα, δίχως τάφον, δίχως ξύλενον σταυρόν.

Ο Παντέλ Αγάς και οι άνδρες του, μετά από έναν άνισο αγώνα και όταν επήλθε η Καταστροφή του 1922, οργάνωσε με χίλιες δυσκολίες τη διαφυγή τους στην Ελλάδα, αφού πρώτα φρόντισε για τα γυναικόπαιδα. Αναγκάστηκε να έρθει σε επαφή με Τούρκους, που ευτυχώς τον εκτιμούσαν και πρόθυμα τον βοήθησαν, να πληρώσει αδρά τους ναυτικούς που τους μετέφεραν στη Ρωσία αρχικά και από κει στη Ρουμανία, γιατί το πέρασμα από την Κων/πολη στην Ελλάδα ήταν επικίνδυνο. Η προετοιμασία αυτού του ταξιδιού και η αναζήτηση των κατάλληλων προσώπων κράτησε μήνες και απέδειξε για άλλη μια φορά τη φιλαλληλία και το αίσθημα ευθύνης του Πόντιου αντάρτη. Μετά από ταλαιπωρίες και κινδύνους με τη βοήθεια του Έλληνα προξένου στη Βάρνα, Γιάννη Ιωαννίδη, φτάνει στην Ορεστιάδα και από κει στη Δράμα και στην Καβάλα το Σεπτέμβριο του 1923, όπου και ανταμώνει την οικογένειά του.

Ο Παντελής Αναστασιάδης έφυγε από κοντά μας στις 27-10-1969 με αναπαυμένη τη συνείδηση γιατί έπραξε ακέραια το χρέος του απέναντι στην πατρίδα και στον άνθρωπο και η ποντιακή Μούσα με τους ήχους της λύρας αιώνια θα του τραγουδά:

Να σαν την μάναν που γεννά τα τράντα χρόνια μίαν

κι εφτάει υιόν τραντέλλεναν και νύφεν γαλαφόραν.

Εφτάει υιόν τραντέλλεναν, Ακρίταν σα ραχία,

εβγαίν’και πάει σον πόλεμον για την ελευθερίαν.

 

Πηγή: Παντελή Αναστασιάδη «Μνήμες του Ποντιακού έπους 1913-1923» Εκδ. Ενωμένη Ρωμιοσύνη

scroll back to top
 
◄◄ Επιστροφή


Writing