Οργάνωση

Albanian Bulgarian English French German Italian Japanese Russian Spanish Ukrainian
Τελευταία Ενημέρωση
25-09-2017 18:24

   

    ▼ Το Σχολείο:  timoni

imageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimageimage
previous next

Πρόσφατες δημοσιεύσεις


Designed by:
kou_vas kou_vas under danemm ordering

Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος Εκτύπωση
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ - Άρθρα Εκπαιδευτικών
Συντάχθηκε απο τον/την Ιωάννα Ρωμανού   
Τετάρτη, 08 Φεβρουάριος 2017 07:45

olokaf

 

Η 27η Ιανουαρίου, μετά από πρόταση του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθιερώθηκε από την ελληνική Βουλή ως ημέρα Μνήμης των θυμάτων του Ολοκαυτώματος κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πρόληψης των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ορίστηκε δε από το Υπουργείο Παιδείας να γίνονται εκδηλώσεις και αφιερώματα στα σχολεία ώστε ο μαθητόκοσμος να γνωρίσει αυτήν την οδυνηρή πτυχή της ιστορίας και κυρίως να ευαισθητοποιηθεί και να υπερασπίζει συνειδητά και διαρκώς την αξία της ανθρώπινης ζωής, την ίδια τη ζωή. Ο λαός μας, σκληρά δοκιμασμένος με την ποντιακή γενοκτονία και το ξερίζωμα του μικρασιατικού ελληνισμού, με τα απανωτά ολοκαυτώματα τον καιρό της γερμανικής και βουλγαρικής Κατοχής, δεν μπορεί παρά να δείχνει έμπρακτα τη συμπάθειά του στα θύματα κάθε γενοκτονίας. Έτσι, σήμερα, σκεφτήκαμε να ζωντανέψουμε τις μαρτυρίες ορισμένων επιζησάντων του ολοκαυτώματος που σώθηκαν χάρη στη μεγάλη καρδιά κάποιων χριστιανικών οικογενειών, οι οποίες τους πρόσφεραν καταφύγιο και κυρίως αγάπη χωρίς ανταλλάγματα. Εδώ θα μπορούσε κανείς να προβάλει τις δικαιολογημένες ενστάσεις του, αναφερόμενος σε όσους εκμεταλλεύτηκαν το πογκρόμ εναντίον των Εβραίων, τους κατέδωσαν και καταλήστευσαν τις περιουσίες τους. Υπάρχει όντως και αυτή η όψη του νομίσματος. Εμείς, όμως, θέλουμε να δείξουμε την άλλη πλευρά. Επειδή ζούμε σε μια εποχή που τα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης προβάλλουν συνήθως το κακό, θέλουμε να το «βομβαρδίσουμε» με το καλό, να δείξουμε ότι η ανθρωπιά δεν χάνεται ούτε και στις πιο σκληρές περιόδους της ιστορίας. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν, με την αφήγηση μιας Θεσσαλονικιάς Εβραίας, που μικρό κοριτσάκι, βρέθηκε τις μέρες των διωγμών στη Βέροια και σώθηκε   χάρη σε μια ποντιακή οικογένεια που την υιοθέτησε.

Είμαι η Στερίνα Ταμπώχ ή Μαρίκα Γρηγοριάδου.

Έχουν περάσει 60 χρόνια και ακόμη με φωνάζουν Μαρίκα κάποιοι γνωστοί μου.
Έχω 2 ονόματα.Ένα εβραϊκό και ένα ποντιακό.

Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη από την Στρέα και τον Ζαχαρία Πίντο, εβραϊκής καταγωγής.
Από ένα παιχνίδι της τύχης βρέθηκα στην Βέροια, γλίτωσα από τούς Γερμανούς, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και επέζησα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Βρέθηκα, λοιπόν, στην οικογένεια της Σοφίας και του Γιάννη Γρηγοριάδη, μικρό κοριτσάκι περίπου 10 χρονών. Στην αγκαλιά τους κρύφτηκα, με έκαναν παιδί τους, με φρόντισαν, μέχρι και Χριστιανική ταυτότητα μου έβγαλαν για να μπορώ να κυκλοφορώ χωρίς φόβο.

Μου έδωσαν πολλή αγάπη και έγιναν οι γονείς μου στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής.
Και όταν τελείωσε ο πόλεμος θέλησαν να βρουν τους πραγματικούς γονείς μου αλλά δυστυχώς δεν επέστρεψε κανείς από τα στρατόπεδα.

Για ακόμη μια φορά άνοιξαν την αγκαλιά τους και, 14 χρονών κοπελίτσα πια,δεν με άφησαν μόνη και ορφανή. Όλα τα χρόνια δίπλα τους όχι μόνο με αγάπησαν, αλλά σεβάστηκαν και την εβραϊκή μου ταυτότητα. Αλλά και εγώ έμαθα να είμαι πόντια, να μιλάω την ποντιακή γλώσσα, να μαγειρεύω ποντιακά φαγητά, και να είμαι περήφανη για την ποντιακή οικογένειά μου.

Ο πατέρας μου, Γιάννης Γρηγοριάδης, ήταν πρόεδρος σε 3 η 4 χωριά. Σε κάθε εκδήλωση που πήγαινε, με έπαιρνε μαζί του ως κόρη του.Όλοι με γνώριζαν και με αγαπούσαν γιατί ο πατέρας μου ήταν πολύ υπερήφανος για μένα.

Δέθηκα τόσο πολύ με την ποντιακή μου οικογένεια που δεν ξεχώριζα ως ξένη.
Τα εγγόνια της μαμάς Σοφίας, η Ελένη και η Ρούλα, είχαν περίπου την ίδια ηλικία με μένα και μέχρι τώρα θυμάμαι τα παιχνίδια που παίζαμε.

Σχολείο είχα πάει μέχρι την τρίτη δημοτικού στην Θεσσαλονίκη. Μετά στην Βέροια δεν πήγα λόγω της Γερμανικής κατοχής. Κι όμως γράμματα έμαθα με τον Γιώργο Σιδηρόπουλο, ανιψιό της μαμάς Σοφίας. Έμενε μαζί μας για να πηγαίνει στο Γυμνάσιο. Μαζί με τον Γιώργο πήγαινα και εγώ στο γυμνάσιο αλλά από το σπίτι. Κάναμε μαζί όλα τα μαθήματα του γυμνασίου.

Στο απολυτήριο κανονικά θα έπρεπε να είχε και τα δυο ονόματα. Το δικό μου και του Γιώργου.
Μεγαλώσαμε μαζί, η αγάπη που είχε ο ένας για τον άλλο μας έδεσε τόσο πολύ. Ήταν ο μεγάλος μου αδερφός.

Υπήρχαν όμως στιγμές πολύ δύσκολες και πονούσα πολύ όταν θυμόμουν τους πραγματικούς γονείς μου. Δίπλα μου έκλαιγε και μοιρολογούσε η μαμά Σοφία, μοιραζόταν τον πόνο μου και έκλαιγε η ψυχή της για μένα.Με παρηγορούσε τόσο γλυκά. Οι κουβέντες της ήταν βάλσαμο στην παιδική ψυχή μου.

"Μην κλαις, σ’ αγαπάμε, θα είμαι πάντα κοντά σου, μη κλαις".

Ο πόλεμος τέλειωσε.

Ήρθε η μέρα που με πήρε ο μπαμπάς Γιάννης και πήγαμε στην Θεσσαλονίκη, στην Ισραηλιτική Κοινότητα, για να δηλώσουμε ότι είμαι καλά και ζωντανή, μήπως επιστρέψει κάποιος από την οικογένεια μου και με ψάξει. Πόσες ελπίδες είχα να ξαναβρώ την πραγματική μου οικογένεια! Δυστυχώς κανείς ποτέ δεν γύρισε. Δώσαμε τα στοιχεία μου στην κοινότητα και γυρίσαμε πίσω στην Βέροια.

Στα επόμενα χρόνια η Ισραηλιτική Κοινότητα πολλές φορές μου πρότεινε να πάω στο Ισραήλ ή στην Αμερική .Εγώ δεν ήθελα. Δεν ήθελα να φύγω και να αφήσω πίσω την οικογένειά μου. Ήξερα, θα στεναχωρηθούν αν έφευγα και δεν το ήθελα. Και έμεινα κοντά τους.

Τα χρόνια περνούσαν και ήρθε η στιγμή που θα έπρεπε να κάνω την δική μου οικογένεια.
Προξενιά ερχόντουσαν στον πατέρα μου. Του έλεγαν γιατί δεν την βαφτίζεις χριστιανή να παντρευτεί ένα από τα δικά μας παιδιά. Δεν ήθελε ο μπαμπάς μου. Πιστεύω ότι κάπου μέσα του, έχοντας την γενοκτονία των Ποντίων στις ρίζες του, δεν ήθελε να με κάνει να απαρνηθώ τις δικές μου εβραϊκές ρίζες. Θα ήταν σαν να είχαν κερδίσει οι Γερμανοί.

Κάτι μέσα μου δεν με άφηνε και μένα. Μετά από χρόνια κατάλαβα.Ήταν οι γονείς μου που δεν με μεγάλωσαν και δεν με αγκάλιασαν, τα αδέρφια μου που δεν έπαιξα. Οι θείοι μου, τα ξαδέρφια μου και όλοι οι Εβραίοι που χάθηκαν τόσο άδικα.

Και όμως ήρθε το προξενιό που περίμενα. Ο Ισαάκ Ταμπώχ, Βεροιώτης, Εβραίος και χήρος με 2 μωρά παιδιά. Η μοίρα παίζει πολλά παιγνίδια. Ποιος ήξερε καλύτερα από μένα την ορφάνια...Οι γονείς μου, Σοφία και Γιάννης, συμφώνησαν και με προίκισαν κιόλας. Το όνειρο μου έγινε πραγματικότητα. Πολύ γρήγορα απέκτησα οικογένεια. Έναν καταπληκτικό σύζυγο και σύντροφο ζωής.

Οι δυο κόρες του έγιναν δικές μου και μαζί κάναμε τον γιο μας Σαμουήλ.Μέχρι να παντρευτώ, η μαμά Σοφία όταν πήγαινε στην αγορά, επέστρεφε πάντοτε με πακέτα και όταν τι ρωτούσα τι είναι μου απαντούσε ότι είναι για την προίκα μου. Οι θετοί γονείς μου πάντα φρόντιζαν να έχω δικό μου χαρτζιλίκι. Θυμάμαι όταν γεννούσε η γουρούνα που είχαμε, ένα γουρουνάκι ήταν δικό μου και όταν το πουλούσαν, τα χρήματα που έπαιρναν ήταν δικά μου για να πάρω ό,τι ήθελα.
Έτσι και εγώ έπαιρνα διάφορα πράγματα για την γκαρνταρόμπα μου.
Προς το τέλος του καλοκαιριού του 1954 ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για τον γάμο μου που θα γινόταν στις 19 Σεπτεμβρίου.

Όταν μαθεύτηκε ότι ο μπαμπάς Γιάννης αρραβώνιασε την κόρη του, δηλαδή εμένα, τότε αυτός έκανε τραπέζι όλους τους φίλους και τους γνωστούς.

Η θρησκευτική τελετή του γάμου μου, σύμφωνα με τις εβραίικες παραδόσεις, έγινε στην Θεσσαλονίκη στο σπίτι του Ραβίνου.Τότε οι γάμοι γινόντουσαν στα σπίτια.
Την προηγουμένη μέρα ξανά οι γονείς μου έκαναν μεγάλο γλέντι στην Βέροια. Νύφη ντύθηκα στο σπίτι του ραβίνου όπου έγινε και η τελετή. Ο μπαμπάς Γιάννης με παρέδωσε στον Ισαάκ Ταμπώχ.

Όλη η ποντιακή οικογένεια μου ήταν εκεί.

Εξήγησα στον σύζυγο μου, Ισαάκ, ότι οι θετοί γονείς μου με μεγάλωσαν όχι από υποχρέωση αλλά από αγάπη και ήμουν γι αυτούς το παιδί της καρδιάς και το στερνοπούλι τους. Ο Ισαάκ έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την Σοφία και τον Γιάννη και πάντοτε τους φερόταν με σεβασμό. Βέβαια και η μαμά Σοφία ήταν πολύ υπερήφανη για τον Εβραίο γαμπρό της.
Συνέχισα να έχω στην ζωή μου, τους γονείς μου, Σοφία και Γιάννη. Κάθε Κυριακή, εγώ και ο Ισαάκ παίρναμε τα κορίτσια μας και πηγαίναμε να δούμε τους γονείς μου.

Η Σοφία και ο Γιάννης αγάπησαν πάρα πολύ τις κόρες του Ισαάκ και έγιναν εγγονές τους.
Όταν έμεινα έγκυος στον γιο μου, είχα πολλές αδιαθεσίες και ήμουν στην μαμά μου για να με φροντίζει. Όταν γέννησα και μετά, ερχόταν σπίτι να με βοηθήσει με το μωρό. Μόνο εκείνη άφηνα να κάνει μπάνιο τον γιο μου.

Το 1958 μετακομίσαμε στην Θεσσαλονίκη για να είμαστε κοντά στον αδερφό του άντρα μου και να δουλεύουν μαζί. Οι γονείς μου στεναχωρέθηκαν που θα ήμασταν μακριά γι’ αυτό πηγαίναμε πολύ συχνά στην Βέροια για να τους βλέπουμε. Τώρα η μαμά Σοφία, έγινε η γιαγιά Σοφία για τον γιο μου.

Στην Θεσσαλονίκη ζούσαν ο αδερφός μου Κώστας με την γυναίκα του Άννα και ο ανεψιός της μαμάς Σοφίας, ο Γιώργος με την γυναίκα του Καίτη. Βρισκόμασταν πολύ συχνά και κάναμε παρέα. Η αδερφή μου Ευθυμία με τον άντρα της Άγγελο μένανε στην Βέροια και τα κορίτσια τους, Ελένη και Ρούλα, μετανάστευσαν στον Καναδά. Κάθε φορά που ερχόντουσαν στην Ελλάδα τα κορίτσια πάντα θα βρισκόμασταν και θα κάναμε τραπέζια με όλη την οικογένεια.

Σήμερα, οι περισσότεροι έχουν φύγει από την ζωή. Είμαστε εν ζωή, εγώ η Μαρίκα ή Στερίνα, η Καίτη η γυναίκα του Γιώργου και τα κορίτσια στον Καναδά. Η συγγενική μου σχέση που δημιουργήθηκε στα δύσκολα χρόνια του Πολέμου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Ευχαριστώ τον Θεό που ενώ μου πήρε τους πραγματικούς γονείς μου, μου έδωσε την μαμά Σοφία και τον μπαμπά Γιάννη.



 


Αυτή ήταν η ιστορία της Στερίνας που δείχνει πως κι εκεί που η βία και η μισαλλοδοξία απλώνουν τα πλοκάμια τους και κατακυριεύουν τη ζωή μας, βρίσκει τρόπο ν’ανθίσει η καλωσύνη και η ανθρωπιά. Βέβαια, θύματα αυτού του παραλογισμού υπήρξαν χιλιάδες παιδιά, που δε στάθηκαν τόσο τυχερά. Διαβάσαμε οι περισσότεροι «Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» και ζήσαμε την καθημερινή αγωνία της έγκλειστης ηρωίδας αλλά και τα χαμένα όνειρα της νιότης της, καθώς βρήκε τραγικό θάνατο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Εμείς σήμερα, θα γνωρίσουμε και πέντε άλλα παιδιά από τα διασωθέντα, που τα έκρυψαν με κίνδυνο της ζωής τους γνωστές τους οικογένειες Ελλήνων χριστιανών. Ροζίνα Άσσερ-Πάρδο, Σήφης Βεντούρας, Ευτυχία Ναχμάν-Ναχμία Σέλλυ Κούνιο-Κοέν, Μάριος Σούσης, πέντε παιδιά, που έζησαν έγκλειστα και η προσωπική τους περιπέτεια ξαναζωντάνεψε χάρη στην κινηματογραφική ματιά του Βασίλη Λουλέ στο ντοκυμαντέρ του «Φιλιά εις τα παιδιά». Παράλληλα, σκιαγραφείται σ’ αυτό η ζωή των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας πριν από τον Πόλεμο και αποκαλύπτονται σπάνιες εικόνες της κατεχόμενης Αθήνας και Θεσσαλονίκης, μέσα από κινηματογραφικά αρχεία, ερασιτεχνικές ταινίες Γερμανών στρατιωτών και παράνομες λήψεις Ελλήνων πατριωτών.

Ξαναγυρνώντας στα πρόσωπα των παιδιών πρέπει να πούμε πως αυτά κέρδισαν τη ζωή τους, έχασαν όμως την παιδική τους ηλικία και μεγάλωσαν απότομα. Έζησαν μέσα στην απόλυτη σιωπή, έζησαν ιστορίες τρόμου κι αγωνίας. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, προστατευμένα μέσα στην αγκαλιά των ξένων έζησαν και στιγμές παιδικής ανεμελιάς. Αυτοί οι ξένοι άνθρωποι τα έκρυψαν με κίνδυνο της ζωή τους, στάθηκαν στοργικές φωλιές, κρυφοί παράδεισοι και τα κράτησαν μακριά από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος.Βαρύ φορτίο σε όλη τους τη ζωή και τίμημα της σωτηρίας τους, η μνήμη χιλιάδων παιδιών που δεν πρόλαβαν ποτέ να μεγαλώσουν.

Πεντακόσιες σαράντα οχτώ ημέρες έμεινε κρυμμένη επί της οδού Τσιμισκή 113 στο γερμανοκρατούμενο κέντρο της Θεσσαλονίκης η οικογένεια Χαΐμ και Ευγενίας Πάρδο με τις τρεις κορούλες τους. Κατάφεραν να αποδράσουν από το σφραγισμένο γκέτο με τη βοήθεια των χριστιανών συμπολιτών τους Γιώργου και Φαίδρας Καρακώστου που ανέλαβαν να τους κρύψουν στο σπίτι τους. H Ροζίνα, παιδούλα ακόμη, σαν άλλη Αννα Φρανκ, κράτησε ένα μικρό ημερολόγιο: ήταν ένα τετράδιο όπου με άτεχνα παιδικά γράμματα αποτύπωσε ένα μέρος από το χρονικό του εγκλεισμού της οικογένειας. Από φόβο μήπως το ημερολόγιο έπεφτε στα χέρια των Γερμανών και γινόταν η αιτία να προδοθούν η ίδια και η οικογένειά της, δεν ανέφερε πουθενά το αληθινό της όνομα, ενώ κάποια στιγμή για τον ίδιο λόγο σταμάτησε να γράφει. «Σκαρφαλωμένοι σε ένα πεζούλι το φανταζόμασταν καράβι και σαλπάραμε για μέρη μακρινά, θάλασσες και πελάγη, χώρες ελεύθερες χωρίς κατακτητές», θυμάται σήμερα η Ροζίνα το σπίτι που την έκρυψε.

Ο Χανιώτης Σήφης Βεντούρας διέφυγε παράνομα με καΐκι από τα Χανιά. Η χωριατοπούλα, χριστιανή παραμάνα του, η Αθηνά, τον ακολούθησε και για να τον προφυλάξει έλεγε σε όλους πως ήταν νόθο παιδί της. Οι γονείς του κρύφτηκαν αλλού και η γυναίκα αυτή ήταν για εκείνον ο κόσμος όλος: πατέρας, μητέρα, παππούς, γιαγιά. Όταν ξανασυνάντησε τους γονείς του, ήταν γι' αυτόν σαν ξένοι: «Για πολλά χρόνια είχα αμφιβολίες για το αν ήταν οι φυσικοί μου γονείς». Σήμερα, είναι ο μόνος εβραίος επιζών άντρας που γεννήθηκε στην Κρήτη...

Το 1944 οι Εβραίοι του νησιού στοιβάχτηκαν στα αμπάρια ενός γερμανικού πλοίου, του «Ταναΐς», με κατεύθυνση τον Πειραιά. Όμως δύο τορπίλες των Βρετανών βύθισαν το πλοίο. Ανάμεσά τους ήταν 88 παιδιά: από νεογέννητα έως 16 ετών...

Στην Αθήνα κατέφυγε και η Ευτυχία Νάχμαν-Ναχμία από τα Γιάννενα, όταν ο πατέρας της έμαθε ποια τύχη περίμενε τους εβραίους της Θεσσαλονίκης. Αναγκάστηκε να μείνει με τον αδερφό της χώρια από τους γονείς της, με άλλο όνομα, σ’ ένα σπίτι στα Πατήσια. Για να δουν τους γονείς τους 2-3 φορές, έπρεπε να διασχίσουν με τα πόδια όλη την πόλη. Τελικά, έμεινε στην Αθήνα για πάντα.

Η Σέλλυ Κούνιο-Κοέν από τη Θεσσαλονίκη κρύφτηκε ένα διάστημα στο σπίτι της Λέλας Καραγιάννη στην Αθήνα. Χρόνια μετά, όταν επισκέφτηκε ένα από τα 7 παιδιά της Καραγιάννη, τον Γιώργο Καραγιάννη, έμαθε πως όλοι όσοι την έκρυψαν ήταν συγγενείς ή φίλοι της μεγάλης αγωνίστριας.

Ο Μάριος Σούσης από την Αθήνα, είδε τους θείους του και τη μικρή ξαδέρφη του να συλλαμβάνονται από τους Γερμανούς έπειτα από «κάρφωμα» της σπιτονοικοκυράς τους, που εποφθαλμιούσε τις λίρες της οικογένειας. Αργότερα συνέλαβαν και τον πατέρα του. Το τελευταίο του σημείωμα προς την οικογένειά του, στις 2/1/1944, τους το έστειλε από το τρένο που τον οδηγούσε στο Αουσβιτς. Σήμερα διασώζεται (όπως και το ημερολόγιο της Ροζίνας) στο Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος. Ο Μάριος Σούσης επέζησε κρυμμένος σ’ ένα αγρόκτημα στο Χαλάνδρι.

Αυτές είναι οι πικρές, αλλά γεμάτες ευγνωμοσύνη για τους σωτήρες τους, ιστορίες των Εβραιόπουλων της Κατοχής. Εμείς, δεν έχουμε παρά να καταδικάσουμε με το νου και την καρδιά μας τέτοιες απάνθρωπες συμπεριφορές και να δώσουμε το χέρι μας σε κάθε συνάνθρωπό μας, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ό,τι κι αν πρεσβεύει, υπερασπιζόμενοι την αξία της ζωής.

 

Σημ. Η αφήγηση της Στερίνας Ταμπώχ και τα σχετικά με τα πρόσωπα του ντοκυμαντέρ «Φιλιά εις τα παιδιά» αντλήθηκαν από το διαδίκτυο: http://www.pliroforiodotis.gr/index.php/news/society/difere/9263-2015-04-17-07-24-12

 

scroll back to top
Τελευταία Ενημέρωση στις Κυριακή, 19 Φεβρουάριος 2017 23:12
 
◄◄ Επιστροφή


Writing